βάκχος

βάκχος
Grammatical information: ?
Meaning: a fish, kind of κεστρεύς (Hicesios apud Ath. 306 e)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: S. Thomson Fishes , Saint-Denis, Animaux marins and Strömberg Fischnamen 96.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάκχος — Bacchus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχος — I Προσωνυμία του Διόνυσου. Στη λατινική μυθολογία, ο Β. (Bacchus) αντιπροσωπεύει τη φυτική ζωή και οι γιορτές που γίνονταν προς τιμήν του (Βακχεία) είχαν γνωρίσει εξαιρετική ανάπτυξη. Ρωμαϊκό γλυπτό που εικονίζει τον θεό Βάκχο. Ο Βάκχος σε πίνακα …   Dictionary of Greek

  • Βάκχος. — См. Бахус …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Βάκχος — ο επωνυμία του θεού Διόνυσου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βάκχω — Βάκχος Bacchus masc nom/voc/acc dual Βάκχος Bacchus masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχε — Βάκχος Bacchus masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχοι — Βάκχος Bacchus masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχοιο — Βάκχος Bacchus masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχοις — Βάκχος Bacchus masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχοισι — Βάκχος Bacchus masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχοισιν — Βάκχος Bacchus masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.